Ο ΚΑΤΖΟΥΡΟΣ

Ο πατέρας μου, Στυλιανός Γεωργίου Κατζουράκης, γεννήθηκε το 1943,  στην Τσακίστρα, μια γειτονιά του χωριού Κάμποι, της επαρχίας Κυδωνίας Χανίων. Ένα χωριό που βρίσκεται στις ρίζες της Μαδάρας, όπως αποκαλούνται συχνά στην Κρήτη τα Λευκά Όρη.

Ο πατέρας του και παππούς μου, ήταν ο Γιώργης Στ. Κατζουράκης και η μητέρα του και γιαγιά μου, ήταν η Ελένη Κατζουράκη, το γένος Βαμιανάκη. Η οικογένεια αποτελούνταν από 7 παιδιά, τους Ιωάννη, Ειρήνη, Στυλιανό, Αικατερίνη, Κυριάκο, Αρτεμησία και Μιχάλη.

Ο παππούς ο Γιώργης, επί γερμανικής κατοχής, πιάστηκε από τους Γερμανούς, μαζί με πολλούς άλλους Κρητικούς, τους οποίους τους πήγαν σε ένα καράβι στο Ηράκλειο, με σκοπό να τους βυθίσουν μαζί με το καράβι. Η γιαγιά Ελένη, καθημερινά έφευγε από το χωριό, και πήγαινε στους Γερμανούς, που ήταν στις φυλακές της Αγιάς,  να τους παρακαλάει, για να σώσει τον άντρα της. Απόσταση με τα πόδια πάνω από 30 χλμ
Τελευταία στιγμή, κατάφερε να τον ελευθερώσει, και ήταν ο μόνος που σώθηκε από τον πνιγμό.

Μέσα της δεκαετίας του 1950, η οικογένεια κατέβηκε και εγκαταστάθηκε στη Συκολιά, μία γειτονιά πριν τις φυλακές Αγιάς, που σήμερα γεωγραφικά ανήκει στον Γαλατά.

Ο παππούς ο Γιώργης, είχε μια αδερφή, γιαγιά Δεσποινιώ τη φωνάζαμε, που ως χήρα έμενε μόνη της και δούλευε στη Σούδα. Έτσι, για να μην την αφήσει μόνη της, έστειλε τον πατέρα μου μικρό παιδάκι μαζί της, να τον έχει ως ψυχοπαίδι και να της κάνει παρέα. Έτσι, μερικές τάξεις του δημοτικού τις φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της Σούδας.

Από μικρός ο πατέρας μου είχε πολύ καλή φωνή, και έφεση στα ριζίτικα τραγούδια, τα οποία και λάτρευε. Καθόταν μαζί με τον παππού, τους θείους και τους συγγενείς σε τραπέζια, τους άκουγε πώς τραγουδούν και αμέσως τα απομνημόνευε.
Όταν πήγαινε στην πρώτη γυμνασίου, η δασκάλα της ωδικής κα Λαγουδάκη,  ρώτησε αν ξέρει κάποιος να τραγουδήσει ένα παραδοσιακό τραγούδι. Ο πατέρας μου, τότε κοντός κι αδύνατος, σήκωσε το χέρι κι είπε ένα ριζίτικο. Η δασκάλα του ενθουσιάστηκε και τον φίλησε κι έλεγε “πώς ένα τόσο μικιό κι αδύνατο κοπελάκι, τραγουδά τόσο ωραία τα ριζίτικα”.

Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο στον Γαλατά και πήγε μέχρι την Α΄γυμνασίου στο πρώτο γυμνάσιο Χανίων. Ήταν πολύ καλός μαθητής και ο δάσκαλος έλεγε του παππού μου να τον στείλει στο σχολείο να προχωρήσει. Λόγω φτώχειας της εποχής, δεν τα κατάφερε κι έτσι από 13 χρονών ξεκίνησε τη δουλειά σκάβοντας αμπέλια στον Σταλό, δουλεύοντας στο τουβλάδικο στο Βαμβακόπουλο και άλλες δουλειές.

Υπηρέτησε την στρατιωτική του θηγεία 24 μήνες στη Λήμνο και στα σύνορα τον περισσότερο καιρό. Η φτώχεια τότε ήταν τόσο μεγάλη,  που δεν κατέβηκε ποτέ στο σπίτι του όσο ήταν στρατιώτης, παρόλο που μία φορά τραυματίστηκε σοβαρά στο μάτι και άλλη μία έπαθε πνευμονία και νοσηλεύθηκε και τις δύο φορές στο στρατιωτικό νοσοκομείο.

Τελειώνοντας το στρατιωτικό, δούλεψε για κάποια χρόνια στην Αθήνα, όπου και παντρεύτηκε και επέστρεψε λίγο αργότερα στα Χανιά.

Τα ριζίτικα και οι κρητικοί χοροί, ήταν και παραμένουν η μεγάλη αγάπη του πατέρα μου, γι αυτό συμμετείχε πολλές φορές σε παρέες και εκδηλώσεις και είχε την χαρά να μεταδίδει τις γνώσεις του παντού.

Επί δέκα χρόνια, είχε αναλάβει να διδάσκει κρητικούς χορούς δωρεάν,  στο Πνευματικό Ίδρυμα του Γαλατά, και για λίγο καιρό, επίσης,  στο χωριό του στους Κάμπους Κυδωνίας. Είχε μεγάλη αγάπη και στον χορό κι έλεγε σε όλους, ότι ακόμη κι αν μάθετε σε μια σχολή, εκεί που θα αναθαρέψετε να χορεύετε είναι στα γλέντια. Γι αυτό και πολύ συχνά μας έπαιρνε και μας πήγαινε σε κέντρα που έπαιζαν τότε γνωστοί λυράρηδες. Μας έβαζε να χορεύουμε για να παίρνουμε αέρα και να μην ντρεπόμαστε στο χορό.

Στα ριζίτικα ήταν πάντα κορυφαίος πρωτοριζίτης και τραγουδούσε όπου βρισκόταν, σε γάμους, βαφτίσεις, πανηγύρια και συνάξεις. Αργότερα συμμετείχε στον παραδοσιακό σύλλογο ριζίτικων  τραγουδιών “Ο Γκίγκιλος”, όπου έκαναν γνωστά τα ριζίτικα σε όλη την Ελλάδα και τον κόσμο. Συνεργάστηκαν με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, που τους κάλεσε στο Παλλάς, για να παρουσιάσει τα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης. Έκανε με τον σύλλογο πολλά ταξίδια σε Ελλάδα, Ευρώπη και Αμερική, τραγουδώντας τα ριζίτικα.

Στο σπίτι μας, που ήταν πάντα ανοιχτό σε συγγενείς, φίλους, κουμπάρους και συναδέλφους,  οι γονείς μου έκαναν πολλά τραπέζια,  κι έχω μνήμες όλο το βράδυ να ακούγονται τα ριζίτικα. Είχε πάντα εξαιρετικούς φίλους, που τον αγαπούσαν και τους αγαπούσε κι έκανε πολλές παρέες μαζί τους. Πέρασαν από το σπίτι μας ακόμη και  ο Γιώργος με τη Ηρώ Σγουράκη, όπως και ο Γιάννης με τη Νίτσα Θεοδωράκη, που εκτός από τα ριζίτικα τραγουδούσαν και τραγούδια του Θεοδωράκη.

Έχοντας ως αρχείο τα τραγούδια του πατέρα μου, θεώρησα σωστό να δημιουργήσω αυτή τη σελίδα, τιμής ένεκεν,  για τον ίδιο και το μεγάλο του έργο κι έτσι ο καθένας να γνωρίσει ποιος είναι ο Κατζουρός και τι σημαντική πολιτιστική παρακαταθήκη έχει αφήσει στους νεότερους.

Ελένη Στ. Κατζουράκη