Σιγά σιγά έβρεχεν ο Θιος
Σιγά σιγά έβρεχεν ο Θιος,
κι ο Γιάννης ετραγούδιε,
και ‘παίρνε αέρας τη, Γιάννη μ’,
αέρας τη λαλιά.
Και ΄παίρνε αέρας τη λαλιά,
του δράκοντα την πάει,
ξυπνάντου τη, Γιάννη μου, τη δρακόντισσα.
Ξυπνάντου τη δρακόντισσα,
με τα δρακόπουλά ντου
δουλεύγει ο δράκος το θεριό.
