Σκανταλογιάννης – Ιστορικό τραγούδι της Κρήτης

,

Ποιος θέλει να γροικήσει και να μάθει,
για τον Σκανταλογιάννη πώς εχάθει,
ν΄ακούσει και να μάθει έτσα πρέπει,
για τον Σκανταλογιάννη πώς ευρέθη.
Από το σπίτι φεύγει και πάει απάνω,
στο δρόμο επορπάθιε με το Χάρο,
από το σπίτι φεύγει και πάει στσ΄ αίγες,
στο δρόμο τ΄απαντήξαν οι φονέδες.
Από μακριά κι αλλάργω τονε θωρούνε,
και γλυκοροζονάρανε* και γελούνε.
Προβαίνει ένας σκύλος με το φέσι,
και πιάνει το Σκαντάλη από τη μέση.
“Πες μας μωρέ Σκαντάλη που τσοι ‘χεις τσ΄αίγες,
πριχού σε καταλύσουνε οι φονέδες”.

“Εις τη Μαδάρα τσοί ‘χω τσοι παντέρμες,
από ντο ψες στην άλλη δρομιασμένες”

“Όπου κι αν τσοι ‘χεις τσ΄αίγες εσύ Γιάννη,
του Μπιρμπιλή ο τάφκος θα σε φάει”.

Σαν άκουσε ο καημένος για τον τάφκο,
ετρέξανε τα μάθια του το δάκρυο,
“Αφήστε με να πάρω τρία ζάλα,
κι ύστερα μου την παίξετε τη μπάλα”.

“Σα πάρεις εσύ Γιαννη τρία ζάλα
μουδέ φωθιά σε πιάνει, μούδε μπάλα”.

“Αφήστε μου στη χέρα το ραβδί μου,
ίσως και τη γλυτώσω τη ζωή μου”.

Τρεις μπαλωτές του παίξανε του καημένου,
κάτω στη γη κυλιέται αποθαμένος.
Κι απής τονε σκοτώσανε τον αρπάξαν
στου Μπιρμπιλή τον τάφκο τον πετάξαν.

Οι γι εδικοί του Γιάννη εμαριολέψαν*,
στα όρη στα βουνά τονε γυρέψαν.
Σταλιά σταλιά το αίμα το λαλούνε
στου Μπιρμπιλή τον τάφκο συντηρούνε.
Άφτουνε τρεις λαμπάδες στο κοφίνι
κι ύστερα κατεβήκανε κι εκείνοι.

“Επαέ μωρέ τον έχουνε τον καημένο
μόνο με το γαμπά του σκεπασμένο”.
Σιγά-σιγά μιλούσανε με φόβο,
στέκουν οι γι αδερφήδες του στον πόρο.

Στέκουν οι γι αδερφήδες του και κλαίνε
κι όμορφα μοιρολόγια που του λένε.
“‘Οφου αδερφέ μας Γιάννη, ανδρειωμένε
και φάγανέ σε οι σκύλοι, παινεμένε,
Όφου αδερφέ μας Γιάννη, κανακάρη
κι εφάγανέ σε οι σκύλοι οι γιανιτσάροι”

.

*γλυκοροζονάρω=γλυκομιλώ
*μαριολεύω=ανησυχώ


 Όλα τα υπάρχοντα τραγούδια, είναι ελεύθερα προς διακίνηση για εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς & παραδοσιακούς σκοπούς. Απαγορεύεται η αυτούσια αναπαραγωγή ή χρήση τους με οποιονδήποτε τρόπο κι από οποιονδήποτε, με σκοπό το κέρδος.